Αστιγματισμός – Τι είναι, ποια συμπτώματα προκαλεί και πώς διορθώνεται
Ο αστιγματισμός είναι ένα από τα πιο συχνά διαθλαστικά σφάλματα της όρασης.
Πολλοί άνθρωποι τον ανακαλύπτουν σε έναν απλό οφθαλμολογικό έλεγχο, ενώ άλλοι οδηγούνται στον οφθαλμίατρο επειδή βλέπουν θολά, κουράζονται εύκολα όταν διαβάζουν ή δυσκολεύονται περισσότερο στην οδήγηση τη νύχτα.
Στην πράξη, ο αστιγματισμός δεν σημαίνει ότι υπάρχει απαραίτητα κάποια σοβαρή πάθηση στο μάτι.
Σημαίνει ότι το φως δεν εστιάζει με απόλυτα ομοιόμορφο τρόπο στον αμφιβληστροειδή, δηλαδή στον φωτοευαίσθητο χιτώνα που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ματιού και είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία της εικόνας.
Όταν ο αστιγματισμός είναι μικρός, μπορεί να μην προκαλεί ιδιαίτερη ενόχληση.
Όταν όμως είναι μεγαλύτερος ή δεν έχει διορθωθεί σωστά, μπορεί να επηρεάζει την καθαρότητα της όρασης, την άνεση στο διάβασμα, την εργασία σε οθόνες και τη συνολική ποιότητα της καθημερινής όρασης.
Τι είναι ο αστιγματισμός;
Για να βλέπουμε καθαρά, οι ακτίνες του φωτός πρέπει να περνούν μέσα από τον κερατοειδή και τον κρυσταλλοειδή φακό και να εστιάζουν με ακρίβεια πάνω στον αμφιβληστροειδή.
Στον αστιγματισμό, η καμπυλότητα του κερατοειδούς ή σπανιότερα του φακού δεν είναι ίδια σε όλους τους άξονες.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι ακτίνες του φωτός να μην συγκεντρώνονται σε ένα ενιαίο και καθαρό σημείο, αλλά να εστιάζουν με διαφορετικό τρόπο. Έτσι, η εικόνα που σχηματίζεται δεν είναι απόλυτα ευκρινής.
Ο ασθενής μπορεί να βλέπει θολά, παραμορφωμένα ή να αισθάνεται ότι η εικόνα έχει μια «σκιά».
Αυτό μπορεί να συμβαίνει τόσο στη μακρινή όσο και στην κοντινή όραση, σε αντίθεση με άλλα διαθλαστικά σφάλματα που επηρεάζουν κυρίως μία απόσταση.
Πώς βλέπει κάποιος που έχει αστιγματισμό;
Ο αστιγματισμός δεν εκδηλώνεται σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι ασθενείς περιγράφουν ότι βλέπουν τα γράμματα ελαφρώς παραμορφωμένα.
Άλλοι παρατηρούν ότι οι φωτεινές επιγραφές ή τα φώτα των αυτοκινήτων τη νύχτα φαίνονται πιο απλωμένα ή λιγότερο καθαρά.
Σε καθημερινό επίπεδο, ο αστιγματισμός μπορεί να επηρεάζει το διάβασμα, την εργασία στον υπολογιστή, την παρακολούθηση τηλεόρασης, την οδήγηση και γενικά κάθε δραστηριότητα που απαιτεί καθαρή και σταθερή όραση.
Δεν είναι σπάνιο ένας άνθρωπος με αστιγματισμό να μισοκλείνει τα μάτια του για να δει καλύτερα.
Αυτή η προσπάθεια βελτιώνει προσωρινά την εστίαση, αλλά κουράζει τα μάτια και συχνά οδηγεί σε πονοκεφάλους ή αίσθημα βάρους γύρω από τα μάτια.
Ποια είναι τα συμπτώματα του αστιγματισμού;
Τα συμπτώματα εξαρτώνται από τον βαθμό του αστιγματισμού, την ηλικία του ασθενούς και το αν συνυπάρχει μυωπία ή υπερμετρωπία.
Τα πιο συχνά συμπτώματα είναι:
- θολή όραση σε κοντινές και μακρινές αποστάσεις
- παραμόρφωση των εικόνων
- κόπωση στα μάτια
- πονοκέφαλοι μετά από διάβασμα ή χρήση οθονών
- δυσκολία στη νυχτερινή οδήγηση
- μισόκλεισμα των ματιών για καλύτερη εστίαση
- αίσθηση ότι τα γράμματα έχουν σκιά ή δεν είναι καθαρά
Σε μικρούς βαθμούς, ο αστιγματισμός μπορεί να περνά σχεδόν απαρατήρητος.
Σε άλλες περιπτώσεις, ακόμη και ένας σχετικά χαμηλός αστιγματισμός μπορεί να προκαλεί ενοχλήσεις, ειδικά σε ανθρώπους που εργάζονται πολλές ώρες σε υπολογιστή ή διαβάζουν καθημερινά.
Πού οφείλεται ο αστιγματισμός;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο αστιγματισμός σχετίζεται με τη φυσική ανατομία του κερατοειδούς και υπάρχει από την παιδική ηλικία. Συχνά υπάρχει και οικογενειακή προδιάθεση.
Μπορεί, όμως, να εμφανιστεί ή να μεταβληθεί και αργότερα στη ζωή, ιδιαίτερα μετά από τραυματισμό του κερατοειδούς, χειρουργική επέμβαση ή ορισμένες παθήσεις που επηρεάζουν το σχήμα του κερατοειδούς.
Ένα σημαντικό παράδειγμα είναι ο κερατόκωνος. Πρόκειται για μια πάθηση κατά την οποία ο κερατοειδής λεπταίνει και αποκτά πιο κωνικό σχήμα, προκαλώντας προοδευτική αύξηση και παραμόρφωση του αστιγματισμού.
Γι’ αυτό, όταν ο αστιγματισμός αυξάνεται γρήγορα, ειδικά σε εφήβους ή νεαρούς ενήλικες, χρειάζεται πιο προσεκτικός έλεγχος.
Ομαλός και ανώμαλος αστιγματισμός
Ο πιο συχνός τύπος είναι ο ομαλός αστιγματισμός. Σε αυτή την περίπτωση, η καμπυλότητα του κερατοειδούς διαφέρει ανάμεσα σε δύο βασικούς άξονες, αλλά η παραμόρφωση είναι σταθερή και μπορεί συνήθως να διορθωθεί πολύ καλά με γυαλιά ή φακούς επαφής.
Ο ανώμαλος αστιγματισμός είναι πιο σύνθετη κατάσταση. Η επιφάνεια του κερατοειδούς δεν έχει ομαλή και προβλέψιμη καμπυλότητα, με αποτέλεσμα η όραση να μην διορθώνεται πάντα ικανοποιητικά με απλά γυαλιά.
Σε αυτές τις περιπτώσεις ο οφθαλμίατρος μπορεί να ζητήσει πιο εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως τοπογραφία κερατοειδούς, ώστε να ελέγξει με ακρίβεια το σχήμα και τη συμμετρία του κερατοειδούς.
Η διάκριση αυτή έχει μεγάλη σημασία, γιατί η αντιμετώπιση του ανώμαλου αστιγματισμού μπορεί να χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση.
Αστιγματισμός στα παιδιά
Ο αστιγματισμός μπορεί να υπάρχει από μικρή ηλικία. Το σημαντικό είναι ότι ένα παιδί συχνά δεν μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια ότι βλέπει θολά. Για το ίδιο, η όρασή του είναι η μόνη εικόνα που γνωρίζει. Άρα μπορεί να θεωρεί φυσιολογικό κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι.
Οι γονείς μπορεί να παρατηρήσουν ότι το παιδί πλησιάζει πολύ το βιβλίο ή την οθόνη, μισοκλείνει τα μάτια, κουράζεται εύκολα στο διάβασμα ή αποφεύγει δραστηριότητες που απαιτούν συγκέντρωση στην κοντινή όραση.
Μερικά παιδιά παραπονιούνται για πονοκέφαλο, ενώ άλλα δείχνουν δυσκολία στη σχολική απόδοση χωρίς προφανή λόγο.
Όταν ο αστιγματισμός είναι σημαντικός και δεν διορθωθεί έγκαιρα, μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη της όρασης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συνδεθεί με αμβλυωπία, δηλαδή με μειωμένη όραση στο ένα ή και στα δύο μάτια, η οποία δεν διορθώνεται πλήρως μόνο με γυαλιά αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως.
Γι’ αυτό ο παιδοοφθαλμολογικός έλεγχος έχει μεγάλη σημασία, ακόμη και όταν το παιδί δεν παραπονιέται.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση του αστιγματισμού δεν περιορίζεται απλώς στο να βρεθεί ένας αριθμός στη συνταγή των γυαλιών. Ο οφθαλμίατρος αξιολογεί συνολικά την οπτική οξύτητα, τη διάθλαση και την κατάσταση του κερατοειδούς.
Ο έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει μέτρηση της όρασης, διαθλαστικό έλεγχο, κερατομετρία και, όταν χρειάζεται, τοπογραφία κερατοειδούς.
Η τοπογραφία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν υπάρχει υποψία ανώμαλου αστιγματισμού, κερατόκωνου ή όταν ο αστιγματισμός αυξάνεται με τρόπο που δεν θεωρείται αναμενόμενος.
Η σωστή διάγνωση είναι σημαντική όχι μόνο για να δοθεί η κατάλληλη διόρθωση. Αλλά και για να αποκλειστούν καταστάσεις που χρειάζονται πιο εξειδικευμένη παρακολούθηση.
Πώς διορθώνεται ο αστιγματισμός;
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από τον βαθμό του αστιγματισμού, τα συμπτώματα, την ηλικία, τις ανάγκες του ασθενούς και την κατάσταση του κερατοειδούς.
Η πιο συχνή και απλή λύση είναι τα γυαλιά οράσεως. Οι αστιγματικοί φακοί διορθώνουν όχι μόνο τον βαθμό αλλά και τον άξονα του αστιγματισμού, βοηθώντας το φως να εστιάζει πιο σωστά στον αμφιβληστροειδή.
Για πολλούς ασθενείς, τα σωστά γυαλιά προσφέρουν καθαρή και ξεκούραστη όραση στην καθημερινότητα.
Μια δεύτερη επιλογή είναι οι φακοί επαφής. Στον αστιγματισμό χρησιμοποιούνται ειδικοί τορικοί φακοί, οι οποίοι είναι σχεδιασμένοι ώστε να παραμένουν σταθεροί στον σωστό άξονα.
Η σωστή εφαρμογή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί ακόμη και μικρή περιστροφή του φακού μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα της όρασης.
Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ο αστιγματισμός μπορεί να διορθωθεί με διαθλαστική χειρουργική laser, όπως LASIK ή PRK. Η επιλογή αυτή δεν είναι κατάλληλη για όλους.
Χρειάζεται σταθερή διάθλαση, επαρκές πάχος κερατοειδούς, φυσιολογική τοπογραφία και πλήρης προεγχειρητικός έλεγχος.
Σε μεγαλύτερες ηλικίες, όταν συνυπάρχει καταρράκτης, μπορεί να εξεταστεί η χρήση τορικού ενδοφακού κατά την επέμβαση καταρράκτη.
Αυτό επιτρέπει τη διόρθωση του αστιγματισμού ταυτόχρονα με την αντικατάσταση του φυσικού φακού του ματιού.
Μπορεί να αυξηθεί ο αστιγματισμός;
Μικρές αλλαγές στον αστιγματισμό μπορεί να εμφανιστούν με την ανάπτυξη, την ηλικία ή μεταβολές στον κερατοειδή και τον φακό. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα.
Ωστόσο, η γρήγορη αύξηση του αστιγματισμού, η συχνή αλλαγή στη συνταγή των γυαλιών ή η μη ικανοποιητική όραση παρά τη σωστή διόρθωση χρειάζονται έλεγχο.
Σε αυτές τις περιπτώσεις ο οφθαλμίατρος θα αξιολογήσει αν υπάρχει ανώμαλος αστιγματισμός ή κάποια πάθηση του κερατοειδούς, όπως ο κερατόκωνος.
Η έγκαιρη διάγνωση είναι σημαντική, γιατί ορισμένες παθήσεις του κερατοειδούς μπορούν να σταθεροποιηθούν καλύτερα όταν εντοπιστούν νωρίς.
Πότε πρέπει να επισκεφθείτε οφθαλμίατρο;
Ένας πλήρης οφθαλμολογικός έλεγχος είναι απαραίτητος όταν υπάρχει επίμονη θολή όραση, συχνοί πονοκέφαλοι, κόπωση στα μάτια, δυσκολία στη νυχτερινή οδήγηση ή συχνές αλλαγές στη συνταγή των γυαλιών.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν ένα παιδί μισοκλείνει τα μάτια, πλησιάζει πολύ τα αντικείμενα ή δείχνει να κουράζεται εύκολα στο διάβασμα.
Επίσης, όταν ένας ενήλικας δεν βλέπει ικανοποιητικά παρά τη χρήση γυαλιών, είναι σημαντικό να γίνει πιο αναλυτικός έλεγχος του κερατοειδούς.
Ο αστιγματισμός είναι συχνός και στις περισσότερες περιπτώσεις διορθώνεται αποτελεσματικά. Το ουσιαστικό είναι να διαγνωστεί σωστά, να αξιολογηθεί ο τύπος του και να επιλεγεί η κατάλληλη λύση για κάθε ασθενή.
Με τον κατάλληλο οφθαλμολογικό έλεγχο, η όραση μπορεί να γίνει πιο καθαρή, πιο σταθερή και πιο ξεκούραστη, τόσο στην εργασία όσο και στην καθημερινή ζωή.
