Το γλαύκωμα είναι μία ομάδα παθήσεων που προσβάλλει το οπτικό νεύρο, συνήθως σαν αποτέλεσμα αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ). Είναι μία προοδευτική και εξελισσόμενη νόσος η οποία προκαλεί προοδευτική και μη αναστρέψιμη βλάβη του οπτικού νεύρου και η οποία αν αφεθεί χωρίς θεραπεία  οδηγεί στην τύφλωση μέσα σε λίγα χρόνια.

Η αύξηση της ΕΟΠ μπορεί να προέλθει σαν αποτέλεσμα υπερπαραγωγής ή μειωμένης ικανότητας αποχέτευσης του υδατοειδούς υγρού. Το υδατοειδές υγρό κυκλοφορεί στο πρόσθιο ημιμόριο του οφθαλμού, μεταξύ ίριδας και κερατοειδούς και αποχετεύεται μέσω μιας πολύπλοκης δοκιδώδους κατασκευής, του trabeculum που βρίσκεται στο σημείο που συναντώνται η ίριδα και ο κερατοειδής (το σημείο αυτό λέγεται γωνία του οφθαλμού).

Η αυξημένη ΕΟΠ μπορεί να βλάψει το οπτικό νεύρο, μέσω του οποίου τα οπτικά ερεθίσματα μεταφέρονται στον εγκέφαλο και γίνονται εικόνες. Τα δύο βασικότερα προβλήματα στο γλαύκωμα, είναι ότι οι βλάβες που προκαλεί στο οπτικό νεύρο είναι μη αναστρέψιμες, δηλαδή δεν αποκαθίστανται και δεύτερο, τις περισσότερες φορές, δεν προκαλεί συμπτώματα ή πόνο που θα οδηγήσουν τον ασθενή στον οφθαλμίατρο.

Υπάρχουν διάφοροι τύποι γλαυκώματος:

Χρόνιο Απλό Γλαύκωμα (ΧΑΓ) ή γλαύκωμα ανοικτής γωνίας
Είναι μακράν ο πιο συχνός τύπος και οφείλεται στην προοδευτική γήρανση του trabeculum. Ένας υποτύπος του ΧΑΓ είναι το Γλαύκωμα Φυσιολογικής Πίεσης, στο οποίο η ΕΟΠ που θεωρείται φυσιολογική στο γενικό πληθυσμό (10-22 mmHg), προκαλεί γλαυκωματικές αλλοιώσεις σε ορισμένους ασθενείς.

Γλαύκωμα Κλειστής Γωνίας
Είναι ο δεύτερος πιο συχνός τύπος και οφείλεται στην ανατομική κατασκευή του οφθαλμού όπου η γωνία του ματιού είναι ιδιαίτερα στενή και δυσκολεύει την αποχέτευση του υδατοειδούς υγρού. Απότομο κλείσιμο της γωνίας μπορεί να προκαλέσει μεγάλη άνοδο της ΕΟΠ λόγω αδυναμίας αποχέτευσης, με θορυβώδη συμπτώματα όπως θάμβος οράσεως, φωτοφοβία, έντονο πόνο, πονοκέφαλο, ναυτία και έμετο. Αυτή η κατάσταση λέγεται «οξύ γλαύκωμα» και απαιτεί άμεση αντιμετώπιση σε νοσοκομείο.

Δευτεροπαθή Γλαυκώματα
Προκαλούνται από άλλες καταστάσεις όπως τραύματα, οφθαλμικές φλεγμονές, φάρμακα (κυρίως η κορτιζόνη), ενδοφθάλμιους όγκους. Είναι πιο σπάνια και η αντιμετώπισή τους μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα απαιτητική.

Συγγενές γλαύκωμα
Πρόκειται για πολύ σπάνιο τύπο, εμφανίζεται πολύ νωρίς, είτε στη γέννηση ή την βρεφική ηλικία και απαιτεί πολύ εξειδικευμένη αντιμετώπιση.

Οι κυριότεροι παράγοντες κινδύνου για το γλαύκωμα (κυρίως για το ΧΑΓ, που είναι και το συχνότερο) είναι το οικογενειακό ιστορικό, η φυλή (πιο συχνό στη Μαύρη Φυλή), η ηλικία (το ποσοστό του γλαυκώματος στο γενικό πληθυσμό είναι περίπου 3% ενώ στους ανθρώπους άνω των 70 φτάνει το 10%), ο διαβήτης, η λήψη κορτιζόνης.

Όπως αναφέραμε και παραπάνω, το γλαύκωμα δεν πονάει, δεν προκαλεί συμπτώματα και οι βλάβες του είναι μη αναστρέψιμες. Άρα ο μόνος τρόπος διάγνωσης είναι η μέτρηση της πίεσης του ματιού από τον οφθαλμίατρο, η βυθοσκόπηση για τον έλεγχο του οπτικού νεύρου και η εξέταση των οπτικών πεδίων των ματιών με ειδικές συσκευές, τα περίμετρα. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί και καινούργιες τεχνολογίες για την πρωιμότερη διάγνωση του γλαυκώματος. Λόγω όμως του σχετικά υψηλού κόστους τους και της μη κάλυψής τους από τα ασφαλιστικά ταμεία, χρησιμοποιούμε τις τεχνικές αυτές σε περιπτώσεις πιο δύσκολες στη διάγνωση.

Η αντιμετώπιση του γλαυκώματος γίνεται  και με σταγόνες και χειρουργικά. Η ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια αντιγλαυκωματικών κολλυρίων ιδιαιτέρως αποτελεσματικών και εύχρηστων ( με χορήγηση μίας και μόνης σταγόνας ημερησίως), έχει βελτιώσει πάρα πολύ και την πρόγνωση της νόσου και την συμμόρφωση των ασθενών. Στις περιπτώσεις όμως που η τοπική θεραπεία με συνδυασμούς κολλυρίων δεν επαρκεί ή το αποτέλεσμα στη μείωση της πίεσης δεν είναι ικανοποιητικό, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ειδικά laser ή και ειδικές χειρουργικές επεμβάσεις (τραμπεκουλεκτομή) με πολύ καλά αποτελέσματα.

Το γλαύκωμα δυστυχώς δεν μπορεί να προβλεφθεί. Επίσης δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε τις ήδη υφιστάμενες βλάβες. Αν όμως το διαγνώσουμε έγκαιρα, μπορούμε να το ελέγξουμε πολύ καλά και τότε η πρόγνωση είναι άριστη. Γι’ αυτό το λόγο, είναι χρήσιμο και ωφέλιμο όσοι είναι άνω των 40, ή έχουν ιστορικό γλαυκώματος στην οικογένειά τους ή πάσχουν από διαβήτη, ή λαμβάνουν κορτικοστεροειδή να επισκέπτονται τον οφθαλμίατρό τους τουλάχιστον μία φορά το χρόνο και να υποβάλλονται σε μία πλήρη οφθαλμολογική εξέταση, με μέτρηση της ενδοφθάλμιας  πίεσης και βυθοσκοπικό έλεγχο του οπτικού νεύρου.